Το Ασύρτικο μοιάζει με Riesling∙ μόνο που φοράει bluejeans.
Δεν περίμενα κάποια σπουδαία περίσταση· λίγες μέρες αργότερα άνοιξα το μπουκάλι στο σπίτι, παρέα με κατσικίσιο τυρί και τόφου. Υπάρχουν στιγμές –κυρίως τα βράδια, όταν οι εντάσεις της ημέρας σβήνουν– που το κρασί λειτουργεί σαν φάρμακο: καταπραΰνει, περιθάλπει, απορροφά την τοξικότητα της καθημερινότητας.
Η μύτη ήταν μεσαίας+ έντασης και καθαρά Riesling: πετρόλ και βενζολικές νύξεις (πετρέλαιο, μπαταρία), μεταλλικότητα που θύμιζε ρινίσματα σιδήρου, πιθανόν από ανεπαίσθητη αλλά ευγενή οξείδωση. Στη συνέχεια ξεδιπλώθηκαν τα εσπεριδοειδή στη σκληρή, πικρή τους εκδοχή – ξύσμα λεμονιού, φλούδα γκρέιπφρουτ, κυδώνι – μαζί με μια χαρακτηριστική νότα κερήθρας.
Στο στόμα, η ένταση ήταν υψηλή. Κυριάρχησαν ξανά τα εσπεριδοειδή (λεμόνι, κυδώνι, πορτοκάλι, μανταρίνι), πλαισιωμένα από τραχιές βοτανικές νότες (φασκόμηλο, πράσινο τσάι) και διακριτικές αποχρώσεις ανθόμελου. Όλα δεμένα πάνω σε ένα αυθεντικό ορυκτό υπόβαθρο, που ξυπνούσε μνήμες τόπου και έφερνε στον νου βρεγμένα βότσαλα και χοντρό αλάτι.
Πέρα από την απόλαυση, η εμπειρία αυτής της φιάλης ήταν για μένα κι ένα σπουδαίο μάθημα οινικής κατανόησης. Κι οφείλω ευχαριστίες στον Γ.Κ. γι’ αυτό.



















